παρακμάσει

παρακμάσει
παρακμάζω
to be past the prime
aor subj act 3rd sg (epic)
παρακμάζω
to be past the prime
fut ind mid 2nd sg
παρακμάζω
to be past the prime
fut ind act 3rd sg
παρακμάζω
to be past the prime
aor subj act 3rd sg (epic)
παρακμάζω
to be past the prime
fut ind mid 2nd sg
παρακμάζω
to be past the prime
fut ind act 3rd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • Αθήνα — Πρωτεύουσα της Ελλάδας, από τις 18 Σεπτεμβρίου 1834, και του νομού Αττικής, το μεγαλύτερο πνευματικό, βιομηχανικό και οικονομικόεπιχειρησιακό κέντρο της χώρας. Βρίσκεται σε Β πλάτος 37° 58’ 20,1’’ και μήκος 23° 42’ 58,815’’ Α του Γκρίνουιτς. Στην …   Dictionary of Greek

  • Αθίγγανος — ο (Μ Ἀθίγγανος) νεοελλ. αυτός που ανήκει στη φυλή τών Τσιγγάνων μσν. (κατά το Ετυμολογικόν Μέγα, «ἀθίγγανος, ὁ μὴ θέλων τινί προσεγγίσαι» ο πληθ. ως ουσ. οἱ Ἀθίγγανοι προσωνυμία και τών αιρετικών Μελχισεδεκιτών. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ στερητ. + θιγγάνω… …   Dictionary of Greek

  • αθλητισμός — Η επίδοση στα αθλήματα, η εκγύμναση του σώματος. Με μια ειδικότερη έννοια, ο όρος αναφέρεται σε ένα σύνολο αθλημάτων, που ξεκινούν από τις φυσικές σωματικές ασκήσεις του ανθρώπου (βάδισμα, τρέξιμο, άλματα, ρίψεις). Αρχικά, ήταν η συστηματική… …   Dictionary of Greek

  • κοιλρεουτέρια — Φυλλοβόλο δέντρο μεσαίου μεγέθους, της οικογένειας των σαπινδιδών (δικοτυλήδονα). Η επιστημονική ονομασία του είναι κ. η φοβοειδής, προς τιμήν του Γερμανού βοτανολόγου Joseph Kolreuter. Η κ. έχει κατ’ εναλλαγή, φτεροειδή φύλλα, με 7 15 ωοειδή ή… …   Dictionary of Greek

  • κως — Νησί (290,27 τ. χλμ., 30.949 κάτ.) του Αιγαίου πελάγους, στο νησιωτικό σύμπλεγμα των Δωδεκανήσων, Ν της Καλύμνου και της Ψερίμου, στην είσοδο του Κεραμεικού κόλπου (Κερμέ Κορφεζί) της Μικράς Ασίας. Διοικητικά ανήκει στον νομό Δωδεκανήσου. Είναι… …   Dictionary of Greek

  • λεπτίς — Ονομασία δύο αρχαίων πόλεων στη βόρεια Αφρική. 1. Λ. Μάγκνα (Leptis Magna). Αρχαία πόλη στην Τριπολίτιδα. Ήταν χτισμένη κοντά στη θέση της σημερινής λιβυκής Λάμπντα αλ Κουμς. Ιδρύθηκε πιθανότατα από τους Φοίνικες, περίπου το 1000 π.Χ., ως… …   Dictionary of Greek

  • παρακμαστικός — ή, όν, Α [παρακμάζω] 1. αυτός που έχει παρακμάσει, που έχει χάσει τη ζωτικότητά του, που έχει γεράσει 2. (για νόσο) αυτός που έχει υπερβεί το κρίσιμο σημείο του και βρίσκεται σε ύφεση («παρακμαστικὸς πυρετός», Γαλ.). επίρρ... παρακμαστικῶς Α (για …   Dictionary of Greek

  • πόλη — Αστικός συνοικισμός, ο οποίος αποτελείται από ένα σύμπλεγμα δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων, τα οποία χωρίζονται ή συνδέονται μεταξύ τους με δρόμους, πάρκα και πλατείες, και που κατοικείται μόνιμα από σημαντικό αριθμό ανθρώπων –που επιδίδονται σε… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Κοινωνία και Οικονομία (Αρχαιότητα) — ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ Η οικονομία στην Aρχαϊκή περίοδο Στον τομέα της οικονομίας, στην Aρχαϊκή περίοδο, σημειώθηκε μια σημαντική πρόοδος σε σχέση με τη Γεωμετρική περίοδο. Κατά τη διάρκεια της Γεωμετρικής… …   Dictionary of Greek

  • ενθετική — Είδος διακόσμησης με τη χρήση κομματιών ή ελασμάτων από διάφορες ύλες, όπως μέταλλα, ξύλα, μάρμαρα, μάργαρο, ελεφαντόδοντο, ημιπολύτιμοι λίθοι, τα οποία προσαρμόζονται με ποικίλες τεχνικές σε ειδικά προετοιμασμένες κοιλότητες ή εγκοπές μιας… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”